ἴκμενος


ἴκμενος
ἴκμενος οὖρος, günstiger Fahrwind; mit ἰκμάς zusammenhangend, feuchter, milder u. erfrischender Lufthauch; der Wind, der auf das Schiff kommt, ihm nachkommt, ventus secundus

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ίκμενος — ἴκμενος, ον (Α) φρ. «ἴκμενος οὖρος» ευνοϊκός άνεμος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά στην φρ. ἴκμενος οὖρος στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Πρόκειται για αθέματη μτχ. (πρβλ. άρμενος, άσμενος), τής οποίας η σημ. είναι αμφίβολη, γιατί το ουσ. οὖρος έχει πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • ἴκμενος — a fair masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴκμενον — ἴκμενος a fair masc acc sg ἴκμενος a fair neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰκμένους — ἴκμενος a fair masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.